ρομάντζο
•
- λογοτεχνίαμυθιστορία, αφήγηση μιας ιπποτικής ερωτικής ιστορίας Βικιλεξικό
- Η γραφή του θυμίζει φτηνό ρομάντζο.
- κατ’ επέκτασηη ιστορία ενός έρωτα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη ερωτική σχέση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρομάντζο < (άμεσο δάνειο) ιταλική romanzo < γαλλική roman < παλαιά γαλλική ɾomanz < λατινική romanice (loqui: μιλώ με τον τρόπο των Ρωμαίων) < romanicus < romanus < Roma
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρομάντζο | ρομάντζα |
| Γενική | ρομάντζου | ρομάντζων |
| Αιτιατική | ρομάντζο | ρομάντζα |
| Κλητική | ρομάντζο | ρομάντζα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →