Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρομανικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τους λαούς που βρέθηκαν υπό την επίδραση της λατινικής γλώσσας και εξελίχθηκε διαφορετικά, ανάλογα με το προϋπάρχον γλωσσολογικό υπόστρωμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρομανικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρομανικόςρομανικήρομανικό
Γενικήρομανικούρομανικήςρομανικού
Αιτιατικήρομανικόρομανικήρομανικό
Κλητικήρομανικέρομανικήρομανικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρομανικοίρομανικέςρομανικά
Γενικήρομανικώνρομανικώνρομανικών
Αιτιατικήρομανικούςρομανικέςρομανικά
Κλητικήρομανικοίρομανικέςρομανικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →