Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρομποτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με ρομπότ ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρομποτικός < ρομπότ + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρομποτικόςρομποτικήρομποτικό
Γενικήρομποτικούρομποτικήςρομποτικού
Αιτιατικήρομποτικόρομποτικήρομποτικό
Κλητικήρομποτικέρομποτικήρομποτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρομποτικοίρομποτικέςρομποτικά
Γενικήρομποτικώνρομποτικώνρομποτικών
Αιτιατικήρομποτικούςρομποτικέςρομποτικά
Κλητικήρομποτικοίρομποτικέςρομποτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →