ροντέλο
•
- λογοτεχνικόποίημα (μεσαιωνικό ή αναγεννησιακό) δεκατριών στίχων σε τρεις στροφές, με δύο ομοιοκαταληξίες Βικιλεξικό
- Διαβάστε ένα ροντέλο τού 15^(ου) αιώνα:
Ετυμολογία
ροντέλο < ιταλική rondello < rondò < λατινική rotundus < roto
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ροντέλο | ροντέλα |
| Γενική | ροντέλου | ροντέλων |
| Αιτιατική | ροντέλο | ροντέλα |
| Κλητική | ροντέλο | ροντέλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →