ροντέο
•
- επίδειξη ή είδος αγωνίσματος κατά τα οποία κάποιος καλείται να ιππεύσει ταύρους ή άγρια άλογα Βικιλεξικό
- Ωστόσο, αυτός ο τόσο δα Κλάους, κάποια στιγμή τους καταπλήσσει όλους, τιθασεύοντας ένα αφηνιασμένο άλογο σαν ο καλύτερος αναβάτης σε ροντέο του Τέξας! (Κώστας Σταματίου, Το βιβλίο και ο χρόνος: 1988-1991, εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 1154)
Ετυμολογία
ροντέο < αγγλική rodeo < ισπανική rodeo < rodear < λατινική rota
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →