ροπή
•
- η προς τα κάτω κλίση, κατωφέρεια Βικιλεξικό
- μηχανικήη συνέπεια εφαρμογής μιας δύναμης σε σώμα που μπορεί να περιστραφεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάη τάση προς κάτι Βικιλεξικό
- έχει μια ροπή προς τις καταχρήσεις
- Είχε ενημερωθεί δίχως αμφιβολία η οιονεί πεθερά μου ακόμα και για τη ροπή μου προς την ουρολαγνεία, που άλλοτε την έβρισκε η Σύνθια σιχαμένη και άλλοτε ερεθιστική. (Χρήστος Χωμενίδης, Ο κόσμος στα μέτρα του, εκδ. Πατάκης, 2016)
Ετυμολογία
ροπή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥοπή < ῥέπω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ροπή | ροπές |
| Γενική | ροπής | ροπών |
| Αιτιατική | ροπή | ροπές |
| Κλητική | ροπή | ροπές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →