Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ροπή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η προς τα κάτω κλίση, κατωφέρεια Βικιλεξικό
  2. μηχανικήη συνέπεια εφαρμογής μιας δύναμης σε σώμα που μπορεί να περιστραφεί Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη τάση προς κάτι Βικιλεξικό
    • έχει μια ροπή προς τις καταχρήσεις
    • Είχε ενημερωθεί δίχως αμφιβολία η οιονεί πεθερά μου ακόμα και για τη ροπή μου προς την ουρολαγνεία, που άλλοτε την έβρισκε η Σύνθια σιχαμένη και άλλοτε ερεθιστική. (Χρήστος Χωμενίδης, Ο κόσμος στα μέτρα του, εκδ. Πατάκης, 2016)

Ετυμολογία

ροπή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥοπή < ῥέπω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήροπήροπές
Γενικήροπήςροπών
Αιτιατικήροπήροπές
Κλητικήροπήροπές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →