Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ροπαλοφόρος

/ɾo.pa.loˈfo.ɾos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που φέρει ρόπαλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ροπαλοφόρος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ροπαλοφόρος < ρόπαλ(ον) + -φόρος (< φέρω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήροπαλοφόροςροπαλοφόροι
Γενικήροπαλοφόρουροπαλοφόρων
Αιτιατικήροπαλοφόροροπαλοφόρους
Κλητικήροπαλοφόρεροπαλοφόροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ροπαλοφόρος

/ɾo.pa.loˈfo.ɾos/επίθετο
•
  1. → λείπει η κλίση Βικιλεξικό
  2. που κρατάει ρόπαλο Βικιλεξικό
    • όρμησαν ροπαλοφόροι χούλιγκαν και τα έκαναν γυαλιά καρφιά
    • ροπαλοφόρος Ηρακλής

Ετυμολογία

ροπαλοφόρος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ροπαλοφόρος < ρόπαλ(ον) + -φόρος (< φέρω)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →