ροσμπίφ
•
- γαστρονομίακρέας που έχει μαγειρευτεί ή ψηθεί με ειδική σάλτσα Βικιλεξικό
- Πιάτο της γιορτής από τα τέλη κιόλας του 19^(ου) αιώνα, το πολίτικο, αλλά και το ελλαδίτικο ροσμπίφ φορά την κόκκινη σάλτσα της ντομάτας και παντρεύεται με χοντρό μακαρόνι, αγνοώντας τη μέτρια ψημένη με αρωματικά στον φούρνο εκδοχή του εγγλέζου προγόνου του.
Ετυμολογία
ροσμπίφ < (λόγιο δάνειο) γαλλική rosbif (προφορά: /ʁɔs.bif/) < αγγλική roast beef (προφορά: ɹəʊst biːf)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →