ροτόντα
•
- αρχιτεκτονικήστρογγυλό οικοδόμημα, που συνήθως στην κορυφή του έχει θόλο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηστρογγυλό τραπέζι ή το τραπεζομάντιλο που στρώνεται πάνω σ' ένα τέτοιο τραπέζι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ροτόντα < (άμεσο δάνειο) ιταλική rotonda, θηλυκό του rotondo < λατινική rotundus < roto < rota < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *Hroteh₂ (τροχός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ροτόντα | ροτόντες |
| Γενική | ροτόντας | — |
| Αιτιατική | ροτόντα | ροτόντες |
| Κλητική | ροτόντα | ροτόντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →