Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρουθουνίζω

/ɾu.θuˈni.zo/ρήμα
•
  1. εισπνέω και ξεφυσώ αέρα από τα ρουθούνια με θόρυβο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρουθουνίζω < ρουθούνι + -ίζω (πβ. μεσαιωνική ελληνική ῥωθωνίζω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςρουθουνίζωρουθουνίζειςρουθουνίζειρουθουνίζουμερουθουνίζετερουθουνίζουν / ρουθουνίζουνε
Παρατατικόςρουθούνιζαρουθούνιζεςρουθούνιζερουθουνίζαμερουθουνίζατερουθουνίζαν / ρουθουνίζανε / ρουθούνιζαν
Αόριστοςρουθούνισαρουθούνισεςρουθούνισερουθουνίσαμερουθουνίσατερουθουνίσαν / ρουθουνίσανε / ρουθούνισαν
Μέλλονταςθα ρουθουνίζω / θα ρουθουνίσωθα ρουθουνίζεις / θα ρουθουνίσειςθα ρουθουνίζει / θα ρουθουνίσειθα ρουθουνίζουμε / θα ρουθουνίσουμεθα ρουθουνίζετε / θα ρουθουνίσετεθα ρουθουνίζουν / θα ρουθουνίζουνε / θα ρουθουνίσουν / θα ρουθουνίσουνε
Παρακείμενοςέχω ρουθουνίσειέχεις ρουθουνίσειέχει ρουθουνίσειέχουμε ρουθουνίσειέχετε ρουθουνίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ρουθουνίσειείχες ρουθουνίσειείχε ρουθουνίσειείχαμε ρουθουνίσει——
Υποτακτικήνα έχω ρουθουνίσει / να ρουθουνίζω / να ρουθουνίσωνα έχεις ρουθουνίσει / να ρουθουνίζεις / να ρουθουνίσειςνα έχει ρουθουνίσει / να ρουθουνίζει / να ρουθουνίσεινα έχουμε ρουθουνίσει / να ρουθουνίζουμε / να ρουθουνίσουμενα έχετε ρουθουνίσει / να ρουθουνίζετε / να ρουθουνίσετενα ρουθουνίζουν / να ρουθουνίζουνε / να ρουθουνίσουν / να ρουθουνίσουνε
Προστακτική—ρουθούνιζε / ρουθούνισε——ρουθουνίζετε / ρουθουνίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →