ρουθούνισμα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρουθουνίζω, ήχος που προκύπτει από τα ρουθούνια κάποιου που είτε ανασαίνει ταχέως είτε έχει κάποια μορφή μερικής ή πλήρους απόφραξης των ρινικών οδών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρουθούνισμα < ρουθουνίζω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρουθούνισμα | ρουθουνίσματα |
| Γενική | ρουθουνίσματος | ρουθουνισμάτων |
| Αιτιατική | ρουθούνισμα | ρουθουνίσματα |
| Κλητική | ρουθούνισμα | ρουθουνίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →