Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρουκέτα

/ɾuˈce.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. είδος πυροτεχνήματος σε σχήμα μικρού πυραύλου Βικιλεξικό
    • Διοικητής Τμήματος αποφάσισε να συλλάβει μετά από καταγγελία πέντε νεαρούς, που έκαναν ό,τι εδώ και μήνες οι περισσότεροι Βρονταδούσοι, ρουκέτες... Βέβαια, οι συγκεκριμένες που κατασχέθηκαν αποδείχθηκαν τζούφιες, αφού δεν είχαν φιτίλι, ρουκετόξυλα και μπορεί να είναι και άδειες ή προπέρσινες... (από την ημερήσια εφημερίδα της Χίου "Η Αλήθεια", 4-4-2009)
  2. όπλο μεσαίου βεληνεκούς σε σχήμα μικρού πυραύλου που εκτοξεύεται από ειδικό όπλο (ρουκετοβόλο) Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάαπρόσμενη δήλωση που αναμένεται να προκαλέσει θόρυβο Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάεμετός βρέφους που εκτοξεύεται με δύναμη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρουκέτα < (άμεσο δάνειο) βενετική rocheta με τροπή [o] > [u] λόγω της παρουσίας του [κ] υποκοριστικό του rocca (ηλακάτη, ρόκα). Δείτε και την ιταλική rocchetta.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρουκέταρουκέτες
Γενικήρουκέταςρουκετών
Αιτιατικήρουκέταρουκέτες
Κλητικήρουκέταρουκέτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →