ρουλεμάν
•
- εξάρτημα των μηχανών για τη στήριξη περιστρεφόμενου άξονα ενός αντικειμένου (π.χ. στηρίζει τον άξονα ενός τροχού) και την ελάττωση της τριβής, το οποίο αποτελείται από δύο ομόκεντρους μεταλλικούς δακτύλιους με κυλιόμενες σφαίρες ή κυλίνδρους στο ενδιάμεσό τους διάστημα Βικιλεξικό
- Στη Σπάρτη είχα φτιάξει ένα πατίνι με παλιά ρουλεμάν αυτοκινήτου. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
Ετυμολογία
ρουλεμάν < γαλλική roulement
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →