ρουμπώνω
•
- παίρνω ρούμπο Βικιλεξικό
- ειδικότεραπαίρνω σε ένα παιχνίδι έναν ή όσους ρούμπους χρειάζεται ώστε να κερδίσω Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποστομώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυνουσιάζομαι Βικιλεξικό
- την ρούμπωσα επιτέλους!
Ετυμολογία
ρουμπώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →