ρουπάκι
•
- είδος βελανιδιάς (συνήθως θαμνώδης). Βικιλεξικό
- Η αρία και το ρουπάκι αποτελούν παραλλαγές της δρυός (βελανιδιάς).
- Νάχω από πάλιουραν βορό και στρούγγα από ροδάμι | νάχω και σε ψηλήν κορφή καλύβα από ρουπάκια, (Κώστας Κρυστάλλης, Ήθελα νάμουν τσέλιγκας, Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, 1893)
- Και απ’ άκρη σ’ άκρη του κάμπου φυσά ο δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξεριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η μάνα, 1900)
Ετυμολογία
ρουπάκι < ρωπάκι < ρωπάκιον < ρώπαξ < ρώψ.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρουπάκι | ρουπάκια |
| Γενική | ρουπακιού | ρουπακιών |
| Αιτιατική | ρουπάκι | ρουπάκια |
| Κλητική | ρουπάκι | ρουπάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →