ρουσφετολογώ
•
- χρησιμοποιώ ρουσφετολογικές πρακτικές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρουσφετολογώ < ρουσφετολογία + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρουσφετολογώ | ρουσφετολογείς | ρουσφετολογεί | ρουσφετολογούμε | ρουσφετολογείτε | ρουσφετολογούν / ρουσφετολογούνε |
| Παρατατικός | ρουσφετολογούσα | ρουσφετολογούσες | ρουσφετολογούσε | ρουσφετολογούσαμε | ρουσφετολογούσατε | ρουσφετολογούσαν / ρουσφετολογούσανε |
| Αόριστος | ρουσφετολόγησα | ρουσφετολόγησες | ρουσφετολόγησε | ρουσφετολογήσαμε | ρουσφετολογήσατε | ρουσφετολογήσαν / ρουσφετολογήσανε / ρουσφετολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα ρουσφετολογήσω / θα ρουσφετολογώ | θα ρουσφετολογήσεις / θα ρουσφετολογείς | θα ρουσφετολογήσει / θα ρουσφετολογεί | θα ρουσφετολογήσουμε / θα ρουσφετολογούμε | θα ρουσφετολογήσετε / θα ρουσφετολογείτε | θα ρουσφετολογήσουν / θα ρουσφετολογήσουνε / θα ρουσφετολογούν / θα ρουσφετολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω ρουσφετολογήσει | έχεις ρουσφετολογήσει | έχει ρουσφετολογήσει | έχουμε ρουσφετολογήσει | έχετε ρουσφετολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρουσφετολογήσει | είχες ρουσφετολογήσει | είχε ρουσφετολογήσει | είχαμε ρουσφετολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρουσφετολογήσει / να ρουσφετολογήσω / να ρουσφετολογώ | να έχεις ρουσφετολογήσει / να ρουσφετολογήσεις / να ρουσφετολογείς | να έχει ρουσφετολογήσει / να ρουσφετολογήσει / να ρουσφετολογεί | να έχουμε ρουσφετολογήσει / να ρουσφετολογήσουμε / να ρουσφετολογούμε | να έχετε ρουσφετολογήσει / να ρουσφετολογήσετε / να ρουσφετολογείτε | να ρουσφετολογήσουν / να ρουσφετολογήσουνε / να ρουσφετολογούν / να ρουσφετολογούνε |
| Προστακτική | — | ρουσφετολόγει / ρουσφετολόγησε | — | — | ρουσφετολογήστε / ρουσφετολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →