Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρουσφετολογώ

ρήμα
•
  1. χρησιμοποιώ ρουσφετολογικές πρακτικές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρουσφετολογώ < ρουσφετολογία + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςρουσφετολογώρουσφετολογείςρουσφετολογείρουσφετολογούμερουσφετολογείτερουσφετολογούν / ρουσφετολογούνε
Παρατατικόςρουσφετολογούσαρουσφετολογούσεςρουσφετολογούσερουσφετολογούσαμερουσφετολογούσατερουσφετολογούσαν / ρουσφετολογούσανε
Αόριστοςρουσφετολόγησαρουσφετολόγησεςρουσφετολόγησερουσφετολογήσαμερουσφετολογήσατερουσφετολογήσαν / ρουσφετολογήσανε / ρουσφετολόγησαν
Μέλλονταςθα ρουσφετολογήσω / θα ρουσφετολογώθα ρουσφετολογήσεις / θα ρουσφετολογείςθα ρουσφετολογήσει / θα ρουσφετολογείθα ρουσφετολογήσουμε / θα ρουσφετολογούμεθα ρουσφετολογήσετε / θα ρουσφετολογείτεθα ρουσφετολογήσουν / θα ρουσφετολογήσουνε / θα ρουσφετολογούν / θα ρουσφετολογούνε
Παρακείμενοςέχω ρουσφετολογήσειέχεις ρουσφετολογήσειέχει ρουσφετολογήσειέχουμε ρουσφετολογήσειέχετε ρουσφετολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ρουσφετολογήσειείχες ρουσφετολογήσειείχε ρουσφετολογήσειείχαμε ρουσφετολογήσει——
Υποτακτικήνα έχω ρουσφετολογήσει / να ρουσφετολογήσω / να ρουσφετολογώνα έχεις ρουσφετολογήσει / να ρουσφετολογήσεις / να ρουσφετολογείςνα έχει ρουσφετολογήσει / να ρουσφετολογήσει / να ρουσφετολογείνα έχουμε ρουσφετολογήσει / να ρουσφετολογήσουμε / να ρουσφετολογούμενα έχετε ρουσφετολογήσει / να ρουσφετολογήσετε / να ρουσφετολογείτενα ρουσφετολογήσουν / να ρουσφετολογήσουνε / να ρουσφετολογούν / να ρουσφετολογούνε
Προστακτική—ρουσφετολόγει / ρουσφετολόγησε——ρουσφετολογήστε / ρουσφετολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →