Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρουτίνα

/ɾuˈti.na/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η μονότονη καθημερινότητα Βικιλεξικό
    • Ξαναπαντρεύτηκε, μου είπε εμπιστευτικά στο γαμήλο πάρτι, για να ξανακερδίσει τις χαμένες ηδονές της απιστίας. Μόνο ο γάμος εμπνέει τις παράνομες ηδονές. Χωρίς αυτόν γίνονται ρουτίνα (Μίμης Ανδρουλάκης, , Έτσι κάνουν όλες Ο ερωτικός βίος του καθηγητή «Νοστράδαμου», εκδ. Καστανιώτη, 2011)
    • το επαναλαμβανόμενο «αποδεδειγμένα εκδίδομαι επί περιουσιακώ ανταλλάγματι εις πλείονας άνδρας» που συνοδεύει τις αιτήσεις των γυναικών προς τις αστυνομικές αρχές δείχνει την απόσταση που έχει διανυθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ΄60 μέχρι τις ημέρες μας όπου η διεκδίκηση δικαιωμάτων από sex-εργάτες/εργάτριες μοιάζει μια καθημερινή ρουτίνα (Οι «άσεμνες γυναίκες» & οι απείθαρχοι νέοι, εφημ. Πρώτο Θέμα, 02/12/2018 Πρώτο Θέμα
  2. η τυποποιημένη αλληλουχία (χορού, γυμναστικής, πολεμικής τέχνης, προγραμματισμού, προετοιμασίας, τεχνικής κτλ) Βικιλεξικό
  3. προγραμματισμόςεπαναλαμβανόμενο πρόγραμμα, μέρος σχεδίου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρουτίνα < (άμεσο δάνειο) γαλλική routine + κατάληξη θηλυκού -α

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρουτίναρουτίνες
Γενικήρουτίνας—
Αιτιατικήρουτίναρουτίνες
Κλητικήρουτίναρουτίνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →