ρουτινιέρικος
•
- που αναφέρεται στη ρουτίνα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου αναφέρεται στη ρουτίνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρουτινιέρικος < ρουτινιέρ(ης) + -ικος. Δείτε και ρουτινιάρικος ως άμεσο δάνειο από τη γαλλική routinier
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρουτινιέρικος | ρουτινιέρικη | ρουτινιέρικο |
| Γενική | ρουτινιέρικου | ρουτινιέρικης | ρουτινιέρικου |
| Αιτιατική | ρουτινιέρικο | ρουτινιέρικη | ρουτινιέρικο |
| Κλητική | ρουτινιέρικε | ρουτινιέρικη | ρουτινιέρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρουτινιέρικοι | ρουτινιέρικες | ρουτινιέρικα |
| Γενική | ρουτινιέρικων | ρουτινιέρικων | ρουτινιέρικων |
| Αιτιατική | ρουτινιέρικους | ρουτινιέρικες | ρουτινιέρικα |
| Κλητική | ρουτινιέρικοι | ρουτινιέρικες | ρουτινιέρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →