Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρουφέτι

/ɾuˈfe.ti/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοη συντεχνία, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας Βικιλεξικό
    • Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, η συντεχνιακή οργάνωση, με κριτήρια αυστηρά επαγγελματικά και όχι εισοδηματικά, διατηρείται στα πλαίσια αφενός ευρύτερων πολιτισμικών παραδόσεων και αφετέρου στη βάση της εξυπηρέτησης ορισμένων διοικητικών αναγκών της οθωμανικής εξουσίας. Ο θεσμός της συντεχνίας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας αλλάζει ονομασία. Πλέον ονομάζεται «ισνάφ» ή «εσνάφ» (ισνάφι-συνάφι) από την τουρκική λέξη esnaf, καθώς και «ρουφέτ» (ρουφέτι), από την αραβική λέξη rufet∙ αμφότερες σημαίνουν συνένωση ανθρώπων που ασκούν κάποια τέχνη με σκοπό το κέρδος.

Ετυμολογία

ρουφέτι < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρουφέτιρουφέτια
Γενικήρουφετιούρουφετιών
Αιτιατικήρουφέτιρουφέτια
Κλητικήρουφέτιρουφέτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →