ρουφηξιά
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρουφώ καθώς και (συνεκδοχικά) η ποσότητα (υγρού, καπνού κ.λπ.) που έχει ρουφήξει κάποιος Βικιλεξικό
- Άναψε τσιγάρο, αλλά μετά από μια δυο ρουφηξιές το 'σβησε. (Μάκης Πανώριος, Ηθοποιός [διήγημα])
Ετυμολογία
ρουφηξιά < ρουφώ (αόριστος: ρούφηξα) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρουφηξιά | ρουφηξιές |
| Γενική | ρουφηξιάς | ρουφηξιών |
| Αιτιατική | ρουφηξιά | ρουφηξιές |
| Κλητική | ρουφηξιά | ρουφηξιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →