ροχάλα
•
- το φλέμα Βικιλεξικό
- ..το σχολείο ήταν χτισμένο στις παρυφές της Πάνω Πόλης. Σ'εκείνη την αυλή των θαυμάτων, τη στρωμένη ροχάλες, αποτσίγαρα και πρωτόγονα διαφημιστικά τρικάκια από φροντιστήρια σε μαύρο άσπρο, χειμαζόταν ένα μεγάλο κοπάδι εφήβων. (Ισίδωρος Ζουργός, Ανεμώλια, 2016)
Ετυμολογία
ροχάλα < μεγεθυντικό του: ρόχαλο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ροχάλα | ροχάλες |
| Γενική | ροχάλας | ροχαλών |
| Αιτιατική | ροχάλα | ροχάλες |
| Κλητική | ροχάλα | ροχάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →