ροϊκότητα
•
- νεολογισμόςη ιδιότητα του ροϊκού, η ιδιότητα ή η ικανότητα που έχει κάποιος ή κάτι να ρέει (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) Βικιλεξικό
- Είναι ακριβώς η εξισορρόπηση της συγκίνησης του ποιητικού υποκειμένου χάρη στα μέσα του «ποιητή γεωμέτρη» –ύψιστο ιδανικό της ποιητικής θεωρίας του Ελύτη–, η οποία δημιουργεί μια αίσθηση ροϊκότητας και ανακύκλησης. (Ευριπίδης Γαραντούδης, Το ερωτικό μπεστ-σέλερ της ελληνικής μοντέρνας ποίησης: το Μονόγραμμα του Ελύτη και η πρόσληψή του)
Ετυμολογία
ροϊκότητα < ροϊκός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ροϊκότητα | ροϊκότητες |
| Γενική | ροϊκότητας | ροϊκοτήτων |
| Αιτιατική | ροϊκότητα | ροϊκότητες |
| Κλητική | ροϊκότητα | ροϊκότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →