ρούγα
•
- σοκάκι, δρόμος Βικιλεξικό
- πλατεία Βικιλεξικό
- γειτονιά, συνοικία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρούγα < μεσαιωνική ελληνική ρούγα < (άμεσο δάνειο) ιταλική ruga < λατινική ruga < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kreup < *kreu
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρούγα | ρούγες |
| Γενική | ρούγας | — |
| Αιτιατική | ρούγα | ρούγες |
| Κλητική | ρούγα | ρούγες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →