Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρούμι

/ˈɾu.mi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οινοπνευματώδες ποτό που παράγεται από απόσταξη μελάσας Βικιλεξικό
    • Αυτές οι σοκολατερί της Αθήνας φτιάχνουν την τέλεια ζεστή σοκολάτα. Πυκνή, παχύρρευστη, γλυκόπικρη ή πιο γλυκιά, μαύρη, γάλακτος, λευκή, βιενουά, με ρούμι ή με πιπέρι καγιέν, η ζεστή σοκολάτα είναι συνώνυμη με τη χειμωνιάτικη θαλπωρή. (www.kathimerini.gr, 10.01.2024)

Ετυμολογία

ρούμι < (άμεσο δάνειο) ιταλική rum < αγγλική rum < rumbullion

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρούμιρούμια
Γενική——
Αιτιατικήρούμιρούμια
Κλητικήρούμιρούμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →