ρούμπα
•
- χορόςείδος χορού, κουβανικής προελεύσεως Βικιλεξικό
- ο αντίστοιχος ρυθμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρούμπα < αγγλική rumba < ισπανική rumba < rumbo < rombo < λατινική rhombus < αρχαία ελληνική ῥόμβος (αντιδάνειο) < ῥέμβω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρούμπα | ρούμπες |
| Γενική | ρούμπας | ρουμπών |
| Αιτιατική | ρούμπα | ρούμπες |
| Κλητική | ρούμπα | ρούμπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →