Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρούμπα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χορόςείδος χορού, κουβανικής προελεύσεως Βικιλεξικό
  2. ο αντίστοιχος ρυθμός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρούμπα < αγγλική rumba < ισπανική rumba < rumbo < rombo < λατινική rhombus < αρχαία ελληνική ῥόμβος (αντιδάνειο) < ῥέμβω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρούμπαρούμπες
Γενικήρούμπαςρουμπών
Αιτιατικήρούμπαρούμπες
Κλητικήρούμπαρούμπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →