Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρούμτζα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γλώσσαη δημώδης νεοελληνική γλώσσα των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτoκρατορίας και (μετέπειτα) της Τουρκίας (και, ευρύτερα, άλλων περιοχών)· τα ρωμαίικα Βικιλεξικό
    • Στην ιστοσελίδα […] δημοσιεύτηκε η θέση-απάντηση του δρ Αχμέτ Πασάογλου, με τίτλο «Περί “ρωμαίικων”, “ρούμτζα”, “ποντιακών” […]». «Δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι υπάρχει η “ποντιακή” γλώσσα, όπως κι αν την ονομάσουμε – “ρωμαίικα”, “ρούμτζα” ή “ελληνικά”. Η γλώσσα αυτή δεν μιλιέται μόνο στην Ανατολή [= η Ανατολία]. Μιλιέται στην Κριμαία, την Ουκρανία, τη Γεωργία, τη Ρωσία και την κεντρική Ασία από ορισμένες ομάδες.

Ετυμολογία

ρούμτζα < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική ? (τουρκική Rumca) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →