Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρούσικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποάλλη γραφή του ρώσικος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρούσικος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρούσικοςρούσικηρούσικο
Γενικήρούσικουρούσικηςρούσικου
Αιτιατικήρούσικορούσικηρούσικο
Κλητικήρούσικερούσικηρούσικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρούσικοιρούσικεςρούσικα
Γενικήρούσικωνρούσικωνρούσικων
Αιτιατικήρούσικουςρούσικεςρούσικα
Κλητικήρούσικοιρούσικεςρούσικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →