Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρούφνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοήχος των κυμάτων της θάλασσας· φλοίσβος Βικιλεξικό
    • Βουή συγκρατητή, όπως η ρούφνα της ανθρωποθάλασσας, ψυχώνει την πλημμυριστή τούτη φωταψία
    • Από κάτου, βαθιά ένας γκρεμός καμιά δεκαριά οργιές, κι η θάλασσα, που αδιάκοπα αναδευότανε, γαλάζια και πράσινη, μέσα στη θαλασσοβραχιά. Η ρούφνα της ακουγόταν από μακριά, νανουριστική και ασώπαστη, χρόνον-καιρόν, μπουνάτσα ή χειμωνιά

Ετυμολογία

ρούφνα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρούφναρούφνες
Γενικήρούφναςρουφνών
Αιτιατικήρούφναρούφνες
Κλητικήρούφναρούφνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →