Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρυάσιμο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ουρλιαχτό, κραυγή Βικιλεξικό
    • Εφτάσαν 'ς τ' ακρογιάλι .. και του Πατριάρχη το λαιμό δένουν σφικτά μια πέτρα και μ' ένα ρυάσιμο βραχνό, που τ' άκουσαν οι τάφοι και τα παιδιά μέσς την κοιλιά, 'ς τα χέρια τόνε πέρνουν και τον πετούν'ς την θάλασσα. (Κωνσταντίνος Τεφαρίκης, Παρνασσός, ή Απάνθισμα των εκλεκτότερων τεμαχίων της νέας ελληνικής ποιήσεως, Αθήνα, Τύποις Ραδάμανθος, 1868, σελ. 670 https://books.google.gr/books?id=rbFS2ozk4WEC&dq=%CF%81%CF%85%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF&pg=PA670#v=onepage&q=%CF%81%CF%85%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF&f=false)
    • Η νύχτα ήτον ήσυχη , έλαμπε το φεγγάρι , Και κάπου κάπου ακούετο το ρυάσιμο του λύκου (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Μνημόσυνα και έτερα ανέκδοτα, Αθήνα, τύποις Λ. Μηλιάδου και Σ. Οικονόμου, 1868, σελ. 42 https://books.google.gr/books?id=fQEGAAAAQAAJ&dq=%CF%81%CF%85%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF&pg=RA1-PA42#v=onepage&q=%CF%81%CF%85%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF&f=false)

Ετυμολογία

ρυάσιμο < ρυάζομαι + -σιμο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρυάσιμορυασίματα
Γενικήρυασίματοςρυασιμάτων
Αιτιατικήρυάσιμορυασίματα
Κλητικήρυάσιμορυασίματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →