Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρυγχωτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει ή φέρει ρύγχος Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένορυγχωτά Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηπου εκτείνεται προς τα εμπρός σαν ρύγχος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρυγχωτός < ρύγχος + -ωτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρυγχωτόςρυγχωτήρυγχωτό
Γενικήρυγχωτούρυγχωτήςρυγχωτού
Αιτιατικήρυγχωτόρυγχωτήρυγχωτό
Κλητικήρυγχωτέρυγχωτήρυγχωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρυγχωτοίρυγχωτέςρυγχωτά
Γενικήρυγχωτώνρυγχωτώνρυγχωτών
Αιτιατικήρυγχωτούςρυγχωτέςρυγχωτά
Κλητικήρυγχωτοίρυγχωτέςρυγχωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →