ρυμοτομικός
•
- που έχει σχέση με τη ρυμοτομία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρυμοτομικός < ρυμοτομία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρυμοτομικός | ρυμοτομική | ρυμοτομικό |
| Γενική | ρυμοτομικού | ρυμοτομικής | ρυμοτομικού |
| Αιτιατική | ρυμοτομικό | ρυμοτομική | ρυμοτομικό |
| Κλητική | ρυμοτομικέ | ρυμοτομική | ρυμοτομικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρυμοτομικοί | ρυμοτομικές | ρυμοτομικά |
| Γενική | ρυμοτομικών | ρυμοτομικών | ρυμοτομικών |
| Αιτιατική | ρυμοτομικούς | ρυμοτομικές | ρυμοτομικά |
| Κλητική | ρυμοτομικοί | ρυμοτομικές | ρυμοτομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →