ρυμοτομώ
•
- σχεδιάζω δρόμους, πλατείες ή άλλους χώρους σε μια πόλη ή έναν οικισμό που υπάρχει ή πρόκειται να κτιστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρυμοτομώ < ελληνιστική κοινή ῥυμοτομέω / ῥυμοτομῶ < αρχαία ελληνική ῥύμη + τέμνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρυμοτομώ | ρυμοτομείς | ρυμοτομεί | ρυμοτομούμε | ρυμοτομείτε | ρυμοτομούν / ρυμοτομούνε |
| Παρατατικός | ρυμοτομούσα | ρυμοτομούσες | ρυμοτομούσε | ρυμοτομούσαμε | ρυμοτομούσατε | ρυμοτομούσαν / ρυμοτομούσανε |
| Αόριστος | ρυμοτόμησα | ρυμοτόμησες | ρυμοτόμησε | ρυμοτομήσαμε | ρυμοτομήσατε | ρυμοτομήσαν / ρυμοτομήσανε / ρυμοτόμησαν |
| Μέλλοντας | θα ρυμοτομήσω / θα ρυμοτομώ | θα ρυμοτομήσεις / θα ρυμοτομείς | θα ρυμοτομήσει / θα ρυμοτομεί | θα ρυμοτομήσουμε / θα ρυμοτομούμε | θα ρυμοτομήσετε / θα ρυμοτομείτε | θα ρυμοτομήσουν / θα ρυμοτομήσουνε / θα ρυμοτομούν / θα ρυμοτομούνε |
| Παρακείμενος | έχω ρυμοτομήσει | έχεις ρυμοτομήσει | έχει ρυμοτομήσει | έχουμε ρυμοτομήσει | έχετε ρυμοτομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρυμοτομήσει | είχες ρυμοτομήσει | είχε ρυμοτομήσει | είχαμε ρυμοτομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρυμοτομήσει / να ρυμοτομήσω / να ρυμοτομώ | να έχεις ρυμοτομήσει / να ρυμοτομήσεις / να ρυμοτομείς | να έχει ρυμοτομήσει / να ρυμοτομήσει / να ρυμοτομεί | να έχουμε ρυμοτομήσει / να ρυμοτομήσουμε / να ρυμοτομούμε | να έχετε ρυμοτομήσει / να ρυμοτομήσετε / να ρυμοτομείτε | να ρυμοτομήσουν / να ρυμοτομήσουνε / να ρυμοτομούν / να ρυμοτομούνε |
| Προστακτική | — | ρυμοτόμει / ρυμοτόμησε | — | — | ρυμοτομήστε / ρυμοτομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →