ρυμουλκό
•
- οποιοδήποτε κινούμενο μέσον τραβάει ή σέρνει ένα άλλο, που δεν κινείται Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςειδικός τύπος πλοίου με μεγάλη ιπποδύναμη μηχανών που προβαίνει σε ρυμούλκηση πλοίων ή πλωτών ναυπηγημάτων Βικιλεξικό
- Τα ρυμουλκά διακρίνονται σε μικρά (λιμένος), μεγάλα, ανοικτής θάλασσας και ωκεάνια.
Ετυμολογία
ρυμουλκό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ρυμουλκός < ρυμουλκώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρυμουλκό | ρυμουλκά |
| Γενική | ρυμουλκού | ρυμουλκών |
| Αιτιατική | ρυμουλκό | ρυμουλκά |
| Κλητική | ρυμουλκό | ρυμουλκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →