ρυμούλκα
•
- λαϊκότροποη ρυμούλκηση Βικιλεξικό
- τον πήγε ρυμούλκα (= ρυμουλκώντας)
- το ρυμουλκούμενο μέσο, αυτό που ρυμουλκείται Βικιλεξικό
- ..ν'ακούει πρόθυμα τις περιγραφές για τα είκοσι τέσσερις χιλιάδες κυβικά του κινητήρα και το δωδεκατάχυτο κιβώτιο. Χωρίς ρυμούλκα, το Σκάνια πετούσε στο δρόμο, τρεις ώρες είχαν κάνει απ' τα διόδια της Λάρισας μέχρι τα φανάρια της Νέας Κηφιφιάς. (Νίκος Παναγιωτόπουλος, Τα παιδιά του Κάιν, εκδ. Μεταίχμιο, 2011)
- ο μηχανισμός ρυμούλκησης Βικιλεξικό
- Ο μπάρμπας έσυρε αργά τα πόδια του προς την παρέα στο βάθος. Έμοιαζε σαν να τον τραβούσε μια αόρατη ρυμούλκα με συρματόσχοινο (Κώστας Μουζουράκης, Φίδια στο Σκορπιό, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
ρυμούλκα < ρυμουλκώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρυμούλκα | ρυμούλκες |
| Γενική | ρυμούλκας | — |
| Αιτιατική | ρυμούλκα | ρυμούλκες |
| Κλητική | ρυμούλκα | ρυμούλκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →