ρυπαρογραφικός
•
- που έχει σχέση με ρυπαρογράφους ή ρυπαρογραφήματα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρυπαρογραφικός < ρυπαρογράφος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρυπαρογραφικός | ρυπαρογραφική | ρυπαρογραφικό |
| Γενική | ρυπαρογραφικού | ρυπαρογραφικής | ρυπαρογραφικού |
| Αιτιατική | ρυπαρογραφικό | ρυπαρογραφική | ρυπαρογραφικό |
| Κλητική | ρυπαρογραφικέ | ρυπαρογραφική | ρυπαρογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρυπαρογραφικοί | ρυπαρογραφικές | ρυπαρογραφικά |
| Γενική | ρυπαρογραφικών | ρυπαρογραφικών | ρυπαρογραφικών |
| Αιτιατική | ρυπαρογραφικούς | ρυπαρογραφικές | ρυπαρογραφικά |
| Κλητική | ρυπαρογραφικοί | ρυπαρογραφικές | ρυπαρογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →