Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρυπαρογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με ρυπαρογράφους ή ρυπαρογραφήματα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρυπαρογραφικός < ρυπαρογράφος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρυπαρογραφικόςρυπαρογραφικήρυπαρογραφικό
Γενικήρυπαρογραφικούρυπαρογραφικήςρυπαρογραφικού
Αιτιατικήρυπαρογραφικόρυπαρογραφικήρυπαρογραφικό
Κλητικήρυπαρογραφικέρυπαρογραφικήρυπαρογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρυπαρογραφικοίρυπαρογραφικέςρυπαρογραφικά
Γενικήρυπαρογραφικώνρυπαρογραφικώνρυπαρογραφικών
Αιτιατικήρυπαρογραφικούςρυπαρογραφικέςρυπαρογραφικά
Κλητικήρυπαρογραφικοίρυπαρογραφικέςρυπαρογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →