ρυπαρογραφώ
•
- γράφω ρυπαρογραφήματα / ρυπαρογραφίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρυπαρογραφώ < ρυπαρογράφος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρυπαρογραφώ | ρυπαρογραφείς | ρυπαρογραφεί | ρυπαρογραφούμε | ρυπαρογραφείτε | ρυπαρογραφούν / ρυπαρογραφούνε |
| Παρατατικός | ρυπαρογραφούσα | ρυπαρογραφούσες | ρυπαρογραφούσε | ρυπαρογραφούσαμε | ρυπαρογραφούσατε | ρυπαρογραφούσαν / ρυπαρογραφούσανε |
| Αόριστος | ρυπαρογράφησα | ρυπαρογράφησες | ρυπαρογράφησε | ρυπαρογραφήσαμε | ρυπαρογραφήσατε | ρυπαρογράφησαν / ρυπαρογραφήσαν / ρυπαρογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα ρυπαρογραφήσω / θα ρυπαρογραφώ | θα ρυπαρογραφήσεις / θα ρυπαρογραφείς | θα ρυπαρογραφήσει / θα ρυπαρογραφεί | θα ρυπαρογραφήσουμε / θα ρυπαρογραφούμε | θα ρυπαρογραφήσετε / θα ρυπαρογραφείτε | θα ρυπαρογραφήσουν / θα ρυπαρογραφήσουνε / θα ρυπαρογραφούν / θα ρυπαρογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω ρυπαρογραφήσει | έχεις ρυπαρογραφήσει | έχει ρυπαρογραφήσει | έχουμε ρυπαρογραφήσει | έχετε ρυπαρογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρυπαρογραφήσει | είχες ρυπαρογραφήσει | είχε ρυπαρογραφήσει | είχαμε ρυπαρογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρυπαρογραφήσει / να ρυπαρογραφήσω / να ρυπαρογραφώ | να έχεις ρυπαρογραφήσει / να ρυπαρογραφήσεις / να ρυπαρογραφείς | να έχει ρυπαρογραφήσει / να ρυπαρογραφήσει / να ρυπαρογραφεί | να έχουμε ρυπαρογραφήσει / να ρυπαρογραφήσουμε / να ρυπαρογραφούμε | να έχετε ρυπαρογραφήσει / να ρυπαρογραφήσετε / να ρυπαρογραφείτε | να ρυπαρογραφήσουν / να ρυπαρογραφήσουνε / να ρυπαρογραφούν / να ρυπαρογραφούνε |
| Προστακτική | — | ρυπαρογράφει / ρυπαρογράφησε | — | — | ρυπαρογραφήστε / ρυπαρογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →