ρωγοβύζι
•
- η άκρη του στήθους, η θηλή Βικιλεξικό
- στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά... (Ν. Καββαδίας, Federico Garcia Lorca)
- θήλαστρο, μπιμπερό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρωγοβύζι < ρώγ(α) + -ο- + βυζί
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρωγοβύζι | ρωγοβύζια |
| Γενική | ρωγοβυζιού | ρωγοβυζιών |
| Αιτιατική | ρωγοβύζι | ρωγοβύζια |
| Κλητική | ρωγοβύζι | ρωγοβύζια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →