Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρωγοβύζι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η άκρη του στήθους, η θηλή Βικιλεξικό
    • στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά... (Ν. Καββαδίας, Federico Garcia Lorca)
  2. θήλαστρο, μπιμπερό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρωγοβύζι < ρώγ(α) + -ο- + βυζί

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρωγοβύζιρωγοβύζια
Γενικήρωγοβυζιούρωγοβυζιών
Αιτιατικήρωγοβύζιρωγοβύζια
Κλητικήρωγοβύζιρωγοβύζια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →