Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρωμαίικα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η (ελληνική) δημοτική γλώσσα, η καθομιλουμένη (σε αντίθεση με τα «ελληνικά», όπου εννοείται η καθαρεύουσα, οι «ελληνικούρες») Βικιλεξικό
    • ΑΝΑΤΟΛΙΤΗΣ ―Τζάνουμ, Λογιώτατε, μπαμπά σου γλώσσα γιατί ντε μιλάς; ΛΟΓΙΩΤΑΤΟΣ —Την των προγόνων διαλέγεσθαι χρη. ΑΝΑΤΟΛΙΤΗΣ —Εγώ χρη μη, γόνω μόνω, ντε ξέρω· γιατί ντε μιλάς ρωμα[ί]ικα, έριφ;
    • [ «Φαρσί»], [μ]ε τον τρόπο του Φαρς … η φράση γλίστρησε στα Ρωμαίϊκα

Ετυμολογία

ρωμαίικα → δείτε τη λέξη ρωμαίικος :: για τη γλώσσα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ρωμαίικος στον πληθυντικό

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρωμαίικαρωμαίικα
Γενική—ρωμαίικων
Αιτιατική—ρωμαίικα
Κλητική—ρωμαίικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →