Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρωμαίικο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μάλλονη Ελλάδα, η ελληνική κοινωνία, οι Έλληνες, η ελληνική νοοτροπία Βικιλεξικό
    • Σου ήρθε ξαφνικό ; Δεν ξέρεις πώς γίνονται αυτές οι δουλειές στο ρωμαίικο;
    • Μια κουβέντα σου είπε μόνο κι εσύ αντέδρασες έτσι! Σ' έπιασε το ρωμαίικό σου!

Ετυμολογία

ρωμαίικο < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρωμαίικο—
Γενικήρωμαίικου—
Αιτιατικήρωμαίικο—
Κλητικήρωμαίικο—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →