ρωσιστί
•
- λόγιοστη ρωσική γλώσσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρωσιστί < Ρώσ(ος) + -ιστί
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ρωσιστί < Ρώσ(ος) + -ιστί
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →