ρωτώ
•
- ζητώ να με πληροφορήσουν για κάτι, να μου δείξουν, να μου πουν τη γνώμη τους κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρωτώ < μεσαιωνική ελληνική ρωτώ < αρχαία ελληνική ἐρωτάω / ἐρωτῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρωτάω / ρωτώ | ρωτάς | ρωτά / ρωτάει | ρωτάμε / ρωτούμε | ρωτάτε | ρωτάν / ρωτάνε / ρωτούν / ρωτούνε |
| Παρατατικός | ρωτούσα | ρωτούσες | ρωτούσε | ρωτούσαμε | ρωτούσατε | ρωτούσαν / ρωτούσανε |
| Αόριστος | ρώτησα | ρώτησες | ρώτησε | ρωτήσαμε | ρωτήσατε | ρωτήσαν / ρωτήσανε / ρώτησαν |
| Μέλλοντας | θα ρωτάω / θα ρωτήσω / θα ρωτώ | θα ρωτάς / θα ρωτήσεις | θα ρωτά / θα ρωτάει / θα ρωτήσει | θα ρωτάμε / θα ρωτήσουμε / θα ρωτούμε | θα ρωτάτε / θα ρωτήσετε | θα ρωτάν / θα ρωτάνε / θα ρωτήσουν / θα ρωτήσουνε / θα ρωτούν / θα ρωτούνε |
| Παρακείμενος | έχω ρωτήσει | έχεις ρωτήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρωτήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρωτήσει / να ρωτάω / να ρωτήσω / να ρωτώ | να έχεις ρωτήσει / να ρωτάς / να ρωτήσεις | να ρωτά / να ρωτάει / να ρωτήσει | να ρωτάμε / να ρωτήσουμε / να ρωτούμε | να ρωτάτε / να ρωτήσετε | να ρωτάν / να ρωτάνε / να ρωτήσουν / να ρωτήσουνε / να ρωτούν / να ρωτούνε |
| Προστακτική | — | ρώτα / ρώταγε / ρώτησε | — | — | ρωτάτε / ρωτήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →