ρόγα
•
- λαϊκότροπομισθός, πληρωμή σε αγρότη ή κτηνοτρόφο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρόγα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ρόγα < λατινική erogo (μοιράζω, δίνω) < rogo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃reǵ-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρόγα | ρόγες |
| Γενική | ρόγας | ρογών |
| Αιτιατική | ρόγα | ρόγες |
| Κλητική | ρόγα | ρόγες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →