ρόγχος
•
- θορυβώδης αναπνοή Βικιλεξικό
- το ροχαλητό Βικιλεξικό
- μη φυσιολογικός αναπνευστικός ήχος ο οποίος χαρακτηρίζεται από ασυνεχείς αναβράζοντες ήχους, κατά τη διάρκεια ακρόασης των πνευμόνων, στην εισπνευστική φάση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρόγχος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ρόγχος < ελληνιστική κοινή ῥογχός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρόγχος | ρόγχοι |
| Γενική | ρόγχου | ρόγχων |
| Αιτιατική | ρόγχο | ρόγχους |
| Κλητική | ρόγχε | ρόγχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →