ρόδο
•
- λουλούδιτο άνθος της τριανταφυλλιάς, τριαντάφυλλο Βικιλεξικό
- Νύφη τα μαγουλάκια σου σα ρόδα κοκκινίζουν / μοιάζουν εκατοντάφυλλα που τον Απρίλη ανθίζουν. (Οι μαντινάδες: κρητική δημοτική ποίηση, εκδ. Βιβλιοεκδοτική Α.Ε., Μ και Γ. Αναστασάκης, 1994, σελ. 213 )
- μεταφορικάκάτι πολύ όμορφο Βικιλεξικό
- ρόδο του Ισπαχάν (για μια όμορφη κοπέλα)
Ετυμολογία
ρόδο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ῥόδον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρόδο | ρόδα |
| Γενική | ρόδου | ρόδων |
| Αιτιατική | ρόδο | ρόδα |
| Κλητική | ρόδο | ρόδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →