Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρόδο

/ˈɾo.ðo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λουλούδιτο άνθος της τριανταφυλλιάς, τριαντάφυλλο Βικιλεξικό
    • Νύφη τα μαγουλάκια σου σα ρόδα κοκκινίζουν / μοιάζουν εκατοντάφυλλα που τον Απρίλη ανθίζουν. (Οι μαντινάδες: κρητική δημοτική ποίηση, εκδ. Βιβλιοεκδοτική Α.Ε., Μ και Γ. Αναστασάκης, 1994, σελ. 213 )
  2. μεταφορικάκάτι πολύ όμορφο Βικιλεξικό
    • ρόδο του Ισπαχάν (για μια όμορφη κοπέλα)

Ετυμολογία

ρόδο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ῥόδον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρόδορόδα
Γενικήρόδουρόδων
Αιτιατικήρόδορόδα
Κλητικήρόδορόδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →