Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρόστερ

/ˈros.ter/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αθλητισμόςέμψυχο δυναμικό ομάδας, συνήθως αθλητικής Βικιλεξικό
    • Ακόμη, τόνισε ότι θα γίνει μεγάλη αναβάθμιση στο «κιτρινόμαυρο» ρόστερ και ανέλυσε πόσους παίκτες σκοπεύει να πάρει σε κάθε θέση η Ένωση και τα δεδομένα με τους ποδοσφαιριστές που πιθανόν να παραχωρηθούν (sport-fm, 28/05/2025 https://www.sport-fm.gr/article/podosfairo/superleague1/ketsetzoglou-den-paizei-tou-raoul-megali-i-anabathmisi-sto-roster-tis-aek/5054418)
    • Μάλιστα, η διοίκηση τις τελευταίες ώρες προχώρησε στην ανακοίνωση των πρώτων ποδοσφαιριστών που θα αποτελούν μέλη του ρόστερ στο νέο πρωτάθλημα της Β’ Κατηγορίας της ΕΠΣ Καβάλας. (Ταξιάρχης FC: Ξεκίνησε το «χτίσιμο» του ρόστερ – Οι πρώτες προσθήκες, kavalapoint.gr, 30/05/2025 https://www.kavalapoint.gr/taxiarchis-fc-xekinise-to-chtisimo-tou-roster-oi-protes-prosthikes/)

Ετυμολογία

ρόστερ < (άμεσο δάνειο) αγγλική roster

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →