ρόχθος
•
- λόγιοο θορυβώδης ήχος των κυμάτων της θάλασσας ή καταρράκτη Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο, [διήγημα], (1892) @papadiamantis.org, (Στό Χριστό, στό Κάστρο στη Βικιθήκη)
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἡ Φαρμακολύτρια, [διήγημα], (1900) @papadiamantis.org, (Ἡ Φαρμακολύτρια στη Βικιθήκη)
- Το ρυθμικό τραγουδιστό πρόσταγμα με το ρόχθο των κουπιών του ξανασυννέφιασε την ψυχή. (Βασίλης Ρώτας Η κόρη με τα κόκκινα [διήγημα], 1928)
Ετυμολογία
ρόχθος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ῥόχθος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρόχθος | ρόχθοι |
| Γενική | ρόχθου | ρόχθων |
| Αιτιατική | ρόχθο | ρόχθους |
| Κλητική | ρόχθε | ρόχθοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →