ρώγα
•
- ο μικρός σε μέγεθος σφαιρικός καρπός του τσαμπιού ενός σταφυλιού Βικιλεξικό
- Σὲ μιὰ ρῶγα ἀπὸ σταφύλι / ἔπεσαν ὀχτὼ σπουργῖτες / καὶ τρωγόπιναν οἱ φίλοι... τσίρι-τίρι, τσιριτρό, / τσιριτρί, / τσιριτρό (πρωτότυπο)
- Σε μια ρώγα από σταφύλι / έπεσαν οχτὼ σπουργίτες / και τρωγόπιναν οι φίλοι... τσίρι-τίρι, τσιριτρό, / τσιριτρί, / τσιριτρό (μεταγραφή σε μονοτονικό )
- η θηλή του μαστού Βικιλεξικό
- το ακροδάχτυλο από την εσωτερική του πλευρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρώγα < αρχαία ελληνική ῥώξ, αιτιατική: ῥῶγα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρώγα | ρώγες |
| Γενική | ρώγας | ρωγών |
| Αιτιατική | ρώγα | ρώγες |
| Κλητική | ρώγα | ρώγες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →