Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρώμι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένορούμι Βικιλεξικό
    • ἐμβῆκε νὰ πίῃ ἕνα ρώμι νὰ ζεσταθῇ ὁ μαστρο-Παῦλος ὁ Πισκολέτος (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη, 1896)
    • Έλεγεν ο Κομποδήμος βλέπων το ευώδες ρώμι, το οποίον εμοσχοβόλησε θερμότητα και ζωήν (Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, Βαρυχειμωνιά, 1891)
    • γενική ρωμίου: είχε παραλάβει μεθ' εαυτού φιαλίδιον ρωμίου και ήρχισε να προστρίβη τα μέλη του γέροντος (Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, Βαρυχειμωνιά, 1891)

Ετυμολογία

ρώμι < → δείτε τη λέξη ρούμι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →