σάλι
•
- γυναικείο ρούχο, μάλλινο συνήθως κομμάτι ύφασμα που σκεπάζει τους ώμους και την πλάτη Βικιλεξικό
- Φόρεσε το μαύρο σάλι σου, μπήκε το φθινόπωρο. (Λούλα Αναγνωστάκη (1999) Η παρέλαση [θεατρικό])
Ετυμολογία
σάλι < (άμεσο δάνειο) ιταλική scialle < γαλλική châle < περσική شال (shāl)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σάλι | σάλια |
| Γενική | σαλιού | σαλιών |
| Αιτιατική | σάλι | σάλια |
| Κλητική | σάλι | σάλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →