Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σάλι

/ˈsa.li/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γυναικείο ρούχο, μάλλινο συνήθως κομμάτι ύφασμα που σκεπάζει τους ώμους και την πλάτη Βικιλεξικό
    • Φόρεσε το μαύρο σάλι σου, μπήκε το φθινόπωρο. (Λούλα Αναγνωστάκη (1999) Η παρέλαση [θεατρικό])

Ετυμολογία

σάλι < (άμεσο δάνειο) ιταλική scialle < γαλλική châle < περσική شال (shāl)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσάλισάλια
Γενικήσαλιούσαλιών
Αιτιατικήσάλισάλια
Κλητικήσάλισάλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →