Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σάλος

/ˈsa.los/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ισχυρός κυματισμός της θάλασσας Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάο ευρύτατος, συνήθως αρνητικός, αντίκτυπος που έχει ένα γεγονός στην κοινή γνώμη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σάλος < αρχαία ελληνική σάλος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσάλοςσάλοι
Γενικήσάλουσάλων
Αιτιατικήσάλοσάλους
Κλητικήσάλεσάλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σαλός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σαλεμένο μυαλό Βικιλεξικό
    • Οι σαλοί είναι συνήθως μοναχοί που κατεβαίνουν στον «κόσμο», μέσα στις πόλεις, στη «χριστιανική» κοινωνία, και κάνουν πράξεις παράλογες, ανόητες, πράξεις τρελού, οι οποίες όμως έχουν πάντοντε ένα βαθύτερο περιεχόμενο, αποβλέπουν πάντοτε στην αποκάλυψη της πραγματικότητας και αλήθειας που κρύβεται πίσω από τα προσχήματα του κόσμου τούτου. ... Οι δια Χριστόν σαλοί δεν επιλέγουν ως μορφή άσκησης αυτή τη σαλότητα, αλλά επιλέγονται από τον Θεό για κάτι τέτοιο. Το κάνουν «άθελά» τους. (Χρήστος Γιανναράς, Η ελευθερία του ήθους, Εκδόσεις Ίκαρος, 2002)

Ετυμολογία

σαλός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαλόςσαλήσαλό
Γενικήσαλούσαλήςσαλού
Αιτιατικήσαλόσαλήσαλό
Κλητικήσαλέσαλήσαλό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαλοίσαλέςσαλά
Γενικήσαλώνσαλώνσαλών
Αιτιατικήσαλούςσαλέςσαλά
Κλητικήσαλοίσαλέςσαλά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →